Μετάφραση του "Strom" σε Ελληνικά

Οι ποταμός, ρεύμα, ενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Strom" σε Ελληνικά.

Strom noun masculine γραμματική

Saft (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ποταμός

    noun masculine

    Ein Wasserstrom, der in einem Bett von höherem zu niederem Grund fließt und schließlich in einen See oder Ozean münder bzw. in Wüstengegenden im Boden versickert.

    Deshalb nimmt die Phosphorbelastung im Strom flussabwärts vom starken Anstieg an diesen Einmündungen deutlich ab.

    Συνεπώς, το φορτίο στον ποταμό μειώνεται απότομα μετά την έντονη αύξηση στις τοποθεσίες αυτών των παραποτάμων.

  • ρεύμα

    noun neuter

    Am Mittwoch haben sie mir den Strom gekappt.

    Την Τετάρτη μου κόψανε το ρεύμα.

  • ενέργεια

    noun feminine

    In den nächsten Jahren wird Strom aus Solarenergie nämlich deutlich billiger werden.

    Μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια, ο ηλεκτρισμός που παράγεται από την ηλιακή ενέργεια θα γίνει αισθητά φθηνότερος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ποτάμι
    • ηλεκτρικό
    • νεροποντή
    • πλήθος
    • ρέμα
    • ροή
    • χείμαρρος
    • τάση
    • εντάση
    • ηλεκτρικό ρεύμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Strom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Strom"

Φράσεις παρόμοιες με "Strom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Strom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη