Μετάφραση του "Stromausfall" σε Ελληνικά

Οι διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος, διακοπή ρεύματος, διακοπή του ρεύματος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stromausfall" σε Ελληνικά.

Stromausfall noun masculine γραμματική

Ein großflächiger Ausfall der Stromversorgung.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος

    feminine
  • διακοπή ρεύματος

    Ich weiß nicht, ob ich es überhaupt gesehen hätte wenn wir keinen Stromausfall gehabt hätten.

    Ξέρεις δεν θα το έβλεπα, αν δεν γινόταν διακοπή ρεύματος.

  • διακοπή του ρεύματος

    Windom Earle hat die Explosion verursacht, die den Stromausfall bewirkt hat.

    Ο Γουίντομ Ερλ σχεδίασε την έκρηξη, η οποία προκάλεσε την διακοπή του ρεύματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stromausfall " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stromausfall" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη