Μετάφραση του "Suchen" σε Ελληνικά

Οι Αναζήτηση, αναζήτηση, Εύρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Suchen" σε Ελληνικά.

Suchen Noun noun proper γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αναζήτηση

    Dasselbe gilt folglich auch für die Suche nach ihren Lösungen.

    Το ίδιο ισχύει, κατά συνέπεια, και για την αναζήτηση των λύσεών τους.

  • αναζήτηση

    noun feminine

    Dasselbe gilt folglich auch für die Suche nach ihren Lösungen.

    Το ίδιο ισχύει, κατά συνέπεια, και για την αναζήτηση των λύσεών τους.

  • Εύρεση

    Sie sind qualifizierter in der Suche nach Vermissten.

    Όλοι τους είναι πιο ειδικευμένοι στην εύρεση αγνοουμένων από εσένα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εύρεση
    • ψάξιμο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Suchen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

suchen verb γραμματική

Versuchen, etwas zu finden.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψάχνω

    verb

    Ich suche jemanden, der Französisch kann.

    Ψάχνω κάποιον που μιλά γαλλικά.

  • αναζητώ

    verb

    Es gibt für jeden einen idealen Schlag, der uns sucht.

    Πάντα υπάρχει ένα τέλειο χτύπημα που αναζητά έναν από εμάς.

  • γυρεύω

    verb

    Seit Monaten sucht er einen Job.

    Mήνες τώρα γυρεύει δουλειά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζητώ
    • ερευνώ
    • αναζήτηση
    • μαζεύω
    • προσπαθώ
    • επιζητώ
    • ψαχουλεύω
    • εντοπισμός
    • κάνω αναζήτηση

Φράσεις παρόμοιες με "Suchen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Suchen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη