Μετάφραση του "Sucher" σε Ελληνικά

Οι πεδιοσκόπιο, σκόπευτρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sucher" σε Ελληνικά.

Sucher Noun noun masculine γραμματική

Jemand, der eine Suche oder Nachforschung durchführt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεδιοσκόπιο

    neuter
  • σκόπευτρο

    Am besten, man schaut zunächst durch den Sucher, um festzustellen, ob es eine unerwünschte Spiegelung gibt.

    Πρώτα, κοιτάξτε μέσα από το σκόπευτρο για να δείτε αν υπάρχει κάποια ανεπιθύμητη αντανάκλαση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sucher " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sucher" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη