Μετάφραση του "Sucht" σε Ελληνικά

Οι εθισμός, εξάρτηση, εξάρτηση _ Εθισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sucht" σε Ελληνικά.

Sucht noun feminine γραμματική

krankhafte Leidenschaft (für) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εθισμός

    noun masculine

    Mordlust ist eine Sucht, die schwer zu beherrschen ist.

    Ο φόνος είναι ένας εθισμός που δύσκολα τον ελέγχεις.

  • εξάρτηση

    noun feminine

    Es beschleunigt den Entzug dramatisch und tötet die Sucht ab.

    Αυξάνει δραματικά τη διαδικασία απεξάρτησης και σκοτώνει την εξάρτηση.

  • εξάρτηση _ Εθισμός

    εξάρτηση _ εθισμός

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μανία
    • λύσσα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sucht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

sucht verb
+ Προσθήκη

"sucht" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το sucht στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Sucht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sucht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη