Μετάφραση του "Tapferkeit" σε Ελληνικά

Οι ανδρεία, θάρρος, γενναιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tapferkeit" σε Ελληνικά.

Tapferkeit noun feminine γραμματική

Traute (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανδρεία

    noun feminine

    Wenn man bedenkt, wie viel Tapferkeit ich im Arm habe.

    Σκέψου, όλη αυτή η ανδρεία στην αγκαλιά μου.

  • θάρρος

    noun neuter

    Bei allem, was du tust, Tapferkeit ist alles.

    Θα πρέπει όλα να τα αντιμετωπίζεις με θάρρος στη ζωή σου.

  • γενναιότητα

    noun feminine

    Einige sagen Tapferkeit sei das einzige woran man erkannt, daß man Angst hat.

    Κάποιοι λένε ότι γενναιότητα είναι να είσαι ο μόνος που ξέρει ότι φοβάσαι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανδρειοσύνη
    • ευψυχία
    • λεβεντιά
    • παλικαριά
    • κουράγιο
    • τόλμη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Tapferkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Tapferkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη