Μετάφραση του "Tapioka" σε Ελληνικά

Οι Ταπιόκα, ταπιόκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tapioka" σε Ελληνικά.

Tapioka

Geschmacksneutrale, farblose, geruchlose Stärke aus der Maniokwurzel (Manihot esculenta).

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ταπιόκα

    Tapiokasago, ausser Tapioka aus Kartoffelstärke

    Ταπιόκα, με εξαίρεση την ταπιόκα από άμυλο πατάτας

  • ταπιόκα

    noun feminine

    Die erwarten doch nicht, dass ich Tapioka esse.

    Δε μπορώ να φάω αυτό το ταπιόκα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Tapioka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Tapioka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη