Μετάφραση του "Telefon" σε Ελληνικά
Οι τηλέφωνο, Τηλέφωνο, φωνή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Telefon" σε Ελληνικά.
telefonischer Anruf (scherzhaft) (umgangssprachlich) [..]
-
τηλέφωνο
noun neuterEin elektronisches Gerät, das zum Anrufen von Menschen benutzt wird.
John sprach mit seinem Kunden am Telefon.
Ο Τζον μιλάει με τον πελάτη του στο τηλέφωνο.
-
Τηλέφωνο
Kommunikationsmittel zur Übermittlung von Tönen und speziell von Sprache
John sprach mit seinem Kunden am Telefon.
Ο Τζον μιλάει με τον πελάτη του στο τηλέφωνο.
-
φωνή
nounIhr Telefon wurde als defekt gemeldet und muss von unserer Stimmerkennung getestet werden.
Το τηλέφωνό σας έχει αναφερθεί βλάβη και πρέπει να ελεγχθεί από φωνή μας σύστημα αναγνώρισης.
-
τηλε
Sie können es über das Telefon hören, oder Sie können es in den Nachrichten hören.
Μπορείς να την ακούσεις μέσω τηλε φώνου, ή να την ακούσεις στις ειδήσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Telefon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Telefon"
Φράσεις παρόμοιες με "Telefon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ασύρματο τηλέφωνο
-
σας ζητάνε στο τηλέφωνο · σας ζητούν στο τηλέφωνο · σας θέλουν στο τηλέφωνο
-
δεν απαντάει κανείς · δεν απαντάει κανείς στο τηλέφωνο
-
Τηλέφωνο οικίας
-
τηλέφωνο
-
τηλέφωνο IP
-
το τηλέφωνο δε δουλεύει
-
Κινητό τηλέφωνο