Μετάφραση του "Telefonist" σε Ελληνικά

Οι τηλεφωνητής, τηλεφωνήτρια, διαμεσολαβητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Telefonist" σε Ελληνικά.

Telefonist noun masculine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τηλεφωνητής

    noun masculine

    Ein Telefonist wird, wie er sagt, mit dem Druck, unter elektronischer Kontrolle zu arbeiten, durch „eine gute Portion Anpassungsfähigkeit und Humor“ fertig.

    Ένας τηλεφωνητής είπε ότι το άγχος που νιώθει εξαιτίας της ηλεκτρονικής παρακολούθησης στην εργασία του το ξεπερνάει έχοντας «αρκετή προσαρμοστικότητα και χιούμορ».

  • τηλεφωνήτρια

    noun feminine

    Kein Wählton, kein Telefonist.

    Ούτε τόνος κλήσης, ούτε τηλεφωνήτρια.

  • διαμεσολαβητής

    noun
  • παράγοντας

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Telefonist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Telefonist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη