Μετάφραση του "telefonisch" σε Ελληνικά
Οι τηλεφωνικός, τηλεφωνικώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "telefonisch" σε Ελληνικά.
telefonisch
adjective
γραμματική
Die Telefonie betreffend, dazu gehörend bzw. über Telefon übermittelt.
-
τηλεφωνικός
-
τηλεφωνικώς
In diesem Zeitraum wurden die Preise auch telefonisch besprochen.
Κατά την ίδια περίοδο συζητήθηκαν, τηλεφωνικώς, και οι τιμές.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " telefonisch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "telefonisch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
όπως συζητήσαμε τηλεφωνικά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη