Μετάφραση του "Tochter" σε Ελληνικά
Οι κόρη, θυγατέρα, θυγατήρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tochter" σε Ελληνικά.
Tochter
noun
feminine
γραμματική
Tochter (Kurzform) [..]
-
κόρη
noun feminineθηλυκό παιδί σε σχέση με τους γονείς του [..]
Wer besucht im Allgemeinen öfter seine Eltern, die Söhne oder die Töchter?
Ποιός επισκέπτεται γενικά πιο συχνά τους γονείς τους, ο γιός ή η κόρη;
-
θυγατέρα
noun feminineEin weiblicher Nachkomme eines Tieres (auch eines Menschen).
Ich freue mich, inmitten so vieler Töchter Gottes zu sein.
Είμαι ευχαριστημένος που είμαι ανάμεσα σε τόσες πολλές θυγατέρες του Θεού.
-
θυγατήρ
nounIch freue mich, inmitten so vieler Töchter Gottes zu sein.
Είμαι ευχαριστημένος που είμαι ανάμεσα σε τόσες πολλές θυγατέρες του Θεού.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θυγατρική εταιρεία
- παιδί
- τέκνο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Tochter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Tochter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανησυχούσε για την κόρη του
-
μοναχοκόρη
-
η κόρη ενός πολιτικού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη