Μετάφραση του "Tod" σε Ελληνικά

Οι θάνατος, θανατάς, πεθαμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tod" σε Ελληνικά.

Tod noun masculine γραμματική

Todbringer (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θάνατος

    noun masculine

    μόνιμος τερματισμός της ζωής [..]

    Sie konnte den Tod ihres Mannes nicht verkraften.

    Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το θάνατο του άντρα της.

  • θανατάς

  • πεθαμός

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Χάρος
    • χάρος
    • αποθαμός
    • τέλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Tod " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Tod" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Tod" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη