Μετάφραση του "Unerfahrenheit" σε Ελληνικά

Το απειρία είναι η μετάφραση του "Unerfahrenheit" σε Ελληνικά.

Unerfahrenheit noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απειρία

    Noun

    Und noch mehr, die versuchen, meine Jugend und meine Unerfahrenheit auszunutzen.

    Και πολλοί περισσότεροι προσπαθούν να επωφεληθούν απο τα νιάτα μου και την απειρία μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Unerfahrenheit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Unerfahrenheit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη