Μετάφραση του "unerfahren" σε Ελληνικά

Οι άπειρος, άβγαλτος, άμαθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unerfahren" σε Ελληνικά.

unerfahren Adjective adjective γραμματική

grün (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άπειρος

    noun masculine

    Ich bin wohl nicht so geübt wie du, aber unerfahren bin ich nicht.

    Δεν έχω τη δική σου ευχέρεια, αλλά δεν είμαι άπειρος.

  • άβγαλτος

    adjective

    Ich dachte bereits an dich, als ich Alan eingestellt habe, aber du waren noch etwas unerfahren.

    Σκεφτόμουν εσένα ακόμα κι όταν πρωτοπροσέλαβα τον Άλαν αλλά ήσουν ακόμα άβγαλτος τότε.

  • άμαθος

    Adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρχάριος
    • πρωτάρης
    • πρωτόβγαλτος
    • πρωτόπειρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unerfahren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unerfahren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη