Μετάφραση του "Unsittlichkeit" σε Ελληνικά

Το ανηθικότητα είναι η μετάφραση του "Unsittlichkeit" σε Ελληνικά.

Unsittlichkeit noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανηθικότητα

    Noun

    Sie beschönigt die Unsittlichkeit nicht, noch glorifiziert sie sie.

    Δεν εξυψώνει την ανηθικότητα ούτε την κάνει να φαίνεται ελκυστική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Unsittlichkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Unsittlichkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη