Μετάφραση του "Untauglichkeit" σε Ελληνικά

Το ανικανότητα είναι η μετάφραση του "Untauglichkeit" σε Ελληνικά.

Untauglichkeit noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανικανότητα

    Noun

    Nicht körperliche Untauglichkeit, sondern der sehnliche Wunsch, sich so uneingeschränkt wie möglich dem Dienst Gottes zu widmen.

    Όχι κάποια σωματική ανικανότητα, αλλά η ακατανίκητη επιθυμία τους να επιδοθούν όσο πληρέστερα γίνεται στην υπηρεσία του Θεού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Untauglichkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Untauglichkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη