Μετάφραση του "unteilbar" σε Ελληνικά

Οι αδιαίρετος, αμέριστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unteilbar" σε Ελληνικά.

unteilbar Adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιαίρετος

    adjective

    Unter diesen Umständen gelangt die Kommission zu dem Schluß, daß der Schlackenberg nicht unteilbar ist.

    Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο σωρός σκωρίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αδιαίρετος ενιαίος χώρος.

  • αμέριστος

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unteilbar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unteilbar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη