Μετάφραση του "Utilitarismus" σε Ελληνικά

Το ωφελιμισμός είναι η μετάφραση του "Utilitarismus" σε Ελληνικά.

Utilitarismus noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωφελιμισμός

    noun masculine

    zweckorientierte Ethik: Maximierung des aggregierten Gesamtnutzens

    Der Utilitarismus besagt, daß alle Handlungen nach zwei maßgeblichen Gesichtspunkten — Schmerz und Freude — beurteilt werden müssen.

    Ο Ωφελιμισμός υποστηρίζει ότι όλες οι ενέργειες πρέπει να καθορίζωνται από «δύο υπέρτατους κύριους—τον πόνο και την απόλαυσι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Utilitarismus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Utilitarismus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη