Μετάφραση του "uterin" σε Ελληνικά

Το μητρικός είναι η μετάφραση του "uterin" σε Ελληνικά.

uterin Adjective γραμματική

Die Gebärmutter betreffend oder dazu gehörend.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μητρικός

    adjective

    Die Gebärmutter betreffend oder dazu gehörend.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uterin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uterin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη