Μετάφραση του "Verb" σε Ελληνικά
Οι ρήμα, Ρήμα, ενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verb" σε Ελληνικά.
Verb
noun
Noun
neuter
γραμματική
Tuwort (umgangssprachlich) [..]
-
ρήμα
noun neuterEin Wort, das eine Tätigkeit oder einen Zustand benennt; es dient in Sätzen meist als Teil des Prädikats.
Wenn es ein Verb namens "nachen" gäbe, wäre "Nacht!" der Imperativ davon.
Αν υπήρχε ρήμα «φάχνω», θα ήταν «φαξ'!» η προστακτική του.
-
Ρήμα
Wortart
Wenn es ein Verb namens "nachen" gäbe, wäre "Nacht!" der Imperativ davon.
Αν υπήρχε ρήμα «φάχνω», θα ήταν «φαξ'!» η προστακτική του.
-
ενέργεια
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Verb " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Verb"
Φράσεις παρόμοιες με "Verb" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελλειπτικό ρήμα
-
προετοιμάζω
-
ρήμα
-
απρόσωπο ρήμα
-
αμετάβατο ρήμα
-
απρόσωπο ρήμα
-
ανώμαλο ρήμα
-
προετοιμάζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη