Μετάφραση του "verbal" σε Ελληνικά

Οι ρηματικός, προφορικός, λεκτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbal" σε Ελληνικά.

verbal adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρηματικός

    masculine
  • προφορικός

    adjective masculine

    Eine verbale Verspottung erf sondern nur ein lebensbedrohlicher Angriff.

    Ο προφορικός χλευασμός δεν δικαιολογεί στο πρωτόκολλο την αυτοάμυνα, Σερίφη, μόνο πράξη απειλής κατά της ζωής.

  • λεκτικός

    adjective

    Dies kann unerwünschte körperliche, verbale oder nichtverbale Verhaltensweisen einschließen".

    Αυτή περιλαμβάνει ανεπιθύμητη σωματική, λεκτική ή μη συμπεριφορά».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verbal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verbal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη