Μετάφραση του "Verbindung" σε Ελληνικά

Οι σύνδεση, αρμός, δεσμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verbindung" σε Ελληνικά.

Verbindung noun feminine γραμματική

Brücke (fig.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνδεση

    noun feminine

    Ich stelle eine Verbindung zum bajoranischen Zentralarchiv her.

    Θα εγκαταστήσω σύνδεση με τα κεντρικά αρχεία του Μπάτζορ.

  • αρμός

    noun masculine

    Verbindung zwischen Platte und Steg

    Αρμός μεταξύ ελάσματος και σώματος

  • δεσμός

    noun

    χημικός όρος

    Er profitiert von seinen Verbindungen zu russischen Entscheidungsträgern.

    Επωφελείται από τους δεσμούς του με τους ρώσους ιθύνοντες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ένωση
    • επικοινωνία
    • σύνδεσμος
    • σύζευξη
    • ανταπόκριση
    • γραμμή
    • διασύνδεση
    • επαφή
    • συγκοινωνίες
    • συμπλοκή
    • συνάφεια
    • συνένωση
    • συνδεσιμότητα
    • συνδυασμός
    • συσχετισμός
    • σχέση
    • συγγενικός
    • γνωριμία
    • συμβολή
    • ζευγάρωμα
    • αγχιστεία
    • ζευκτήρας
    • γίνομαι μέλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Verbindung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

verbindung
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσχώρηση

    Betrifft: Fortschritte in Verbindung mit dem Beitritt Kroatiens zur Europäischen Union

    Θέμα: Πρόοδος όσον αφορά την προσχώρηση της Κροατίας στην ΕΕ

Φράσεις παρόμοιες με "Verbindung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Verbindung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη