Μετάφραση του "Verbindlichkeit" σε Ελληνικά
Οι χρέος, υποχρέωση, αξιοπιστία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verbindlichkeit" σε Ελληνικά.
Zuvorkommenheit (gehoben) [..]
-
χρέος
noun neuterSeine Rentabilität ist jedoch durch die Höhe seiner unverzüglich zurückzuzahlenden Verbindlichkeiten gefährdet.
Ωστόσο, η βιωσιμότητά της απειλείται λόγω του ύψους των άμεσα πληρωτέων χρεών της.
-
υποχρέωση
noun feminineWird ein übertragener Vermögenswert weiterhin erfasst, dürfen der Vermögenswert und die verbundene Verbindlichkeit nicht saldiert werden.
Αν ένα μεταβιβαζόμενο περιουσιακό στοιχείο συνεχίσει να αναγνωρίζεται, το περιουσιακό στοιχείο και η συνδεδεμένη υποχρέωση δεν θα συμψηφίζονται.
-
αξιοπιστία
Noundie Gründe, warum die Verbindlichkeit nicht verlässlich bewertet werden kann.
τους λόγους για τους οποίους η υποχρέωση δεν μπορεί να επιμετρηθεί με αξιοπιστία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ευγένεια
- παθητικό
- αβρότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Verbindlichkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Verbindlichkeit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οικονομικές υποχρεώσεις · υποχρεώσεις
-
τρέχουσες υποχρεώσεις
-
μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις