Μετάφραση του "Verbrauchswert" σε Ελληνικά

Το κατανάλωση είναι η μετάφραση του "Verbrauchswert" σε Ελληνικά.

Verbrauchswert
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατανάλωση

    noun feminine

    In der Praxis ergibt sich durch Eisbildung ein höherer Verbrauchswert von „herkömmlichen“ Geräten.)

    Στην πράξη αυτό αυξάνει ελαφρά την κατανάλωση των «συμβατικών» συσκευών).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Verbrauchswert " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Verbrauchswert" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη