Μετάφραση του "verbraucht" σε Ελληνικά

Οι αναλωθείς, καταναλωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbraucht" σε Ελληνικά.

verbraucht adjective verb γραμματική

verratzt (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναλωθείς

    particle
  • καταναλωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verbraucht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "verbraucht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανάλωση · αναλώνω · δαπανώ · καταναλώνω · καταναλώνω | χρησιμοποιώ · ξοδεύω · φθείρω
  • Verbrauch VON etwas · Κατανάλωση · ανάλωση · κατανάλωση · ξόδεμα · χρήση
  • παγκόσμια κατανάλωση
  • κατά κεφαλή κατανάλωση
  • εμπορία και κατανάλωση
  • κατανάλωση των νοικοκυριών
  • ανάλωση · αναλώνω · δαπανώ · καταναλώνω · καταναλώνω | χρησιμοποιώ · ξοδεύω · φθείρω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verbraucht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη