Μετάφραση του "Verbreiterung" σε Ελληνικά

Οι διαπλάτυνση, διεύρυνση, φάρδεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verbreiterung" σε Ελληνικά.

Verbreiterung

Eine Zunahme an Breite.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαπλάτυνση

    Beachten Sie die leichte Verbreiterung der Schambeinfuge des Opfers.

    Προσέξτε την ελαφριά διαπλάτυνση της ηβικής σύμφυσης, του θύματος.

  • διεύρυνση

    Die Stabilisierung der Wirtschaft hat große Opfer erfordert - mit der Folge einer Verbreiterung der sozialen Kluft.

    Χρειάσθηκε να γίνουν πολλές θυσίες για να σταθεροποιηθεί η οικονομία με αποτέλεσμα τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.

  • φάρδεμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Verbreiterung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Verbreiterung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη