Μετάφραση του "verbreitet" σε Ελληνικά
Το διαδεδομένος είναι η μετάφραση του "verbreitet" σε Ελληνικά.
verbreitet
adjective
verb
γραμματική
Etwas das Routine oder sehr bekannt ist.
-
διαδεδομένος
adjectiveExperten führen das auf die in diesem Land so weit verbreitete Bilharziose zurück.
Οι ερευνητές το συνδέουν με τον πυρετό του κοχλία που είναι τόσο διαδεδομένος στη χώρα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " verbreitet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "verbreitet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαδίδω
-
διαδίδω · διασπείρω · διαχέω · εκπέμπω · ενσπείρω · εξαπλώνω · κοινολογώ · μεταδίδω · σκορπίζω · σπέρνω
-
ευρύτατα διαδεδομένος
-
γενικεύομαι · διαδίδομαι · εκτείνομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη