Μετάφραση του "Verdichtung" σε Ελληνικά

Οι συμπίεση, πύκνωση, συμπύκνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verdichtung" σε Ελληνικά.

Verdichtung noun Noun feminine γραμματική

im physikal. Sinne

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπίεση

    noun

    Ebenso sollen landwirtschaftliche Methoden unterstützt werden, die Verdichtung und Erosion von Böden vermeiden.

    Ομοίως, οι γεωργικές μέθοδοι που αποτρέπουν τη συμπίεση και τη διάβρωση των εδαφών πρέπει επίσης να υποστηριχθούν.

  • πύκνωση

    B.4. erfasst werden, konstruiert oder geändert zur Verdichtung und Pyrolyse von Raketendüsen und Bugspitzen von Wiedereintrittskörpern aus Struktur-Verbundwerkstoffen.

    B.4., σχεδιασμένα ή τροποποιημένα για την πύκνωση και την πυρόλυση δομικών σύνθετων ακροφυσίων πυραύλων και ρυγχών οχημάτων επανεισόδου.

  • συμπύκνωση

    noun

    Es können Rückgewinnungstechniken wie Verdichtung, Kondensation, kryogene Kondensation, Membrantrennverfahren und Adsorption angewendet werden.

    Μπορούν να χρησιμοποιηθούν τεχνικές ανάκτησης όπως συμπίεση, συμπύκνωση, κρυογονική συμπύκνωση, διαχωρισμός με μεμβράνες και προσρόφηση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κυλίνδρωση
    • σύμπτυξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Verdichtung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Verdichtung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη