Μετάφραση του "verdient" σε Ελληνικά
Οι άξιος, κονόμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verdient" σε Ελληνικά.
verdient
adjective
verb
γραμματική
reputierlich (veraltet) [..]
-
άξιος
AdjectiveSie bewahrt ihn nicht vor den verdienten Folgen.
Δεν είναι ασπίς γι’ αυτόν από συνέπειες των οποίων είναι άξιος.
-
κονόμα
der Lohn
DAS Verdient
η κονόμα (η έννοια)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " verdient " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "verdient" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μισθός
-
αξίζει έπαινο
-
όπως του αξίζει
-
απολαβή
-
Κερδίζω λεφτά από τη δουλειά μου · αξίζω · βγάζω · κερδίζω · παίρνω
-
το αξίζεις
-
αίγλη · αξία · απολαβή · εισόδημα · επίτευγμα · η αμοιβή · κατόρθωμα · προσόν · προτέρημα
-
δε βγάζω αρκετά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη