Μετάφραση του "verdient" σε Ελληνικά

Οι άξιος, κονόμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verdient" σε Ελληνικά.

verdient adjective verb γραμματική

reputierlich (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άξιος

    Adjective

    Sie bewahrt ihn nicht vor den verdienten Folgen.

    Δεν είναι ασπίς γι’ αυτόν από συνέπειες των οποίων είναι άξιος.

  • κονόμα

    der Lohn

    DAS Verdient

    η κονόμα (η έννοια)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verdient " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "verdient" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verdient" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη