Μετάφραση του "Versorgung" σε Ελληνικά

Οι προμήθεια, ανεφοδιασμός, εφοδιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Versorgung" σε Ελληνικά.

Versorgung noun feminine γραμματική

Versorgung mit Proviant, Nachschub

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προμήθεια

    noun

    Alle diese Aspekte gilt es zu berücksichtigen, um eine nachhaltige Versorgung mit Nahrungsmitteln zu gewährleisten.

    Όλα αυτά τα στοιχεία πρέπει να συνεκτιμηθούν εάν όντως επιθυμούμε να διασφαλίσουμε τη βιώσιμη προμήθεια τροφίμων.

  • ανεφοδιασμός

    Noun

    Der Antrag wurde damit begründet, dass die Fangmengen und die Versorgung mit Rohthunfisch mit Ursprungseigenschaft zurückgegangen sind.

    Το αίτημα υποβάλλεται λόγω του ότι τα αλιεύματα και ο ανεφοδιασμός σε καταγόμενο ωμό τόνο παρουσίασαν μείωση.

  • εφοδιασμός

    noun

    Sicherstellung einer ausreichenden Versorgung der gemeinschaftlichen Abnehmerindustrie.

    Να εξασφαλιστεί ο εφοδιασμός, με ευνοϊκούς όρους, των κοινοτικών βιομηχανιών που χρησιμοποιούν τα εν λόγω προϊόντα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μέριμνα
    • παροχή
    • περίθαλψη
    • συντήρηση
    • τροφοδοσία
    • φροντίδα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Versorgung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Versorgung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Versorgung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη