Μετάφραση του "versorgen" σε Ελληνικά
Οι παρέχω, προμηθεύω, παρέχω | προμηθεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "versorgen" σε Ελληνικά.
sorgen (für) [..]
-
παρέχω
verbIch bin hier, um dich mit allem zu versorgen, was du brauchst.
Είμαι εδώ για να σου παρέχω οτιδήποτε μπορείς να χρειαστείς.
-
προμηθεύω
verbDie Supermärkte versorgen sich hauptsächlich auf dem französischen Markt.
οι μεγάλοι λιανοπωλητές προμηθεύονται κατά κύριο λόγο στη γαλλική αγορά.
-
παρέχω | προμηθεύω
jemandem Information geben
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συντηρώ
- εφοδιάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " versorgen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
προσφορά
noun feminineNeue Initiativen werden benötigt, um den öffentlichen Sektor und die Privatwirtschaft auch künftig mit Wissenschaftlern zu versorgen.
Απαιτούνται νέες πρωτοβουλίες για την εξασφάλιση της προσφοράς ερευνητών τόσο στο δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα.