Μετάφραση του "Vervielfachung" σε Ελληνικά

Το πολλαπλασιασμός είναι η μετάφραση του "Vervielfachung" σε Ελληνικά.

Vervielfachung Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολλαπλασιασμός

    noun

    Eine solche Vervielfachung der Verfahren entspricht jedoch nicht dem angestrebten Zweck der Verwaltungsvereinfachung.

    Πάντως, ένας τέτοιος πολλαπλασιασμός των διαδικασιών δεν συνάδει με τον επιδιωκόμενο σκοπό διοικητικής απλουστεύσεως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Vervielfachung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Vervielfachung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη