Μετάφραση του "Verurteilung" σε Ελληνικά
Οι καταδίκη, αποδοκιμασία, κατάκριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verurteilung" σε Ελληνικά.
Ein Ausdrücken von starkem Missfallen; als falsch und moralisch schuldhaft erklären.
-
καταδίκη
noun feminineDeine zweite Verurteilung wenn ich mich nicht irre.
Η δεύτερη καταδίκη σου αν δεν κάνω λάθος.
-
αποδοκιμασία
NounKeine wertende Verurteilung meines widerlichen Verhaltens?
Όχι επικριτική αποδοκιμασία το απαίσιο φέρσιμό μου;
-
κατάκριση
noun feminineDiese gehorsamen Menschen, die von jeder Verurteilung frei sein werden, werden dann von Gottes vollkommenem Standpunkt aus wirklich zum Leben gekommen sein.
Έτσι, σύμφωνα με την τέλεια άποψη του Θεού, τώρα είναι που αυτοί οι ευπειθείς πραγματικά ζουν, απαλλαγμένοι από κάθε κατάκριση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταδικαστική απόφαση
- κατηγορία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Verurteilung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Verurteilung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καταδίκη σε θάνατο