Μετάφραση του "Waffel" σε Ελληνικά

Οι βάφλα, Βάφλα, γκοφρέτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Waffel" σε Ελληνικά.

Waffel noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάφλα

    noun feminine

    Wenn ich mir deine Waffeln so ansehe, verstehe ich, warum du sie unbedingt haben willst.

    Τώρα που κοιτάω την βάφλα σου, καταλα - βαίνω γιατί θέλεις να την φας τόσο πολύ.

  • Βάφλα

    flaches Gebäck das zwischen zwei heißen Eisen gebacken wird

    Ich fragte mich, wie Mr. Waffel wohl sterben würde.

    Αναρωτιέμαι πως ο κύριος Βάφλα θα τα τινάξει.

  • γκοφρέτα

    Die gebackene Waffel, die von außen nicht sichtbar ist, hat eine Wandstärke von ca. 2 mm.

    Η ψημένη γκοφρέτα, η οποία δεν είναι ορατή από την εξωτερική της πλευρά, έχει πάχος περίπου 2 χιλιοστών.

  • χωνάκι

    noun

    Ein Eis in der Waffel, wenn sie will.

    Ένα χωνάκι πάγου, αν αυτό είναι που κάνει κέφι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Waffel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Waffel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Waffel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη