Μετάφραση του "Wahn" σε Ελληνικά

Οι φρενίτιδα, αυταπάτη, ψευδαίσθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wahn" σε Ελληνικά.

Wahn noun masculine γραμματική

(im) Zustand der Euphorie

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φρενίτιδα

    noun feminine
  • αυταπάτη

    noun feminine

    Der einzige Wahn hier scheint deiner zu sein.

    Φαίνεται ότι η μόνη αυταπάτη εδώ είναι η δική σου.

  • ψευδαίσθηση

    noun feminine

    Wahn ist ein Mangel, der den Geist entehrt.

    Η ψευδαίσθηση είναι μια ατέλεια που μολύνει τον νου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μανία
    • παραίσθηση
    • πλάνη
    • φαντασίωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wahn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wahn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη