Μετάφραση του "Wanderer" σε Ελληνικά
Οι οδοιπόρος, πεζοπόρος, περιπλανώμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wanderer" σε Ελληνικά.
Wanderer
noun
Noun
masculine
γραμματική
Wandervogel (umgangssprachlich)
-
οδοιπόρος
Könnte ein unglücklicher Wanderer sein, der dem Feuer nicht entkommen konnte.
Θα μπορούσε να είναι ανεπιτυχής οδοιπόρος ποιος δεν προέτρεξε η πυρκαγιά.
-
πεζοπόρος
nounDer Erretter lehrt das so deutlich, dass der Wanderer es gar nicht missverstehen kann.
Αυτό έχει διδαχθεί με τόση σαφήνεια από το Σωτήρα, ώστε κι ένας απλός πεζοπόρος να μην κάνει λάθος.
-
περιπλανώμενος
noun masculineDer Wanderer, von dem ich dir erzählt habe.
Ο περιπλανώμενος για τον οποίο σου έχω μιλήσει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πλάνης
- οδοιπόρος ''м''
- στρατοκόπος ''м''
- στρατολάτης ''м''
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Wanderer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Wanderer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μπόλτον Γουόντερερς
-
Γούλβερχαμπτον Γουόντερερς
-
Σλιέμα Γουόντερερς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη