Μετάφραση του "Wendigkeit" σε Ελληνικά

Οι ευκινησία, ευστροφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wendigkeit" σε Ελληνικά.

Wendigkeit noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευκινησία

    Einige nehmen es in ihrer Wendigkeit unter Wasser sogar mit Fischen auf!

    Μερικά μάλιστα συναγωνίζονται ακόμη και τα ψάρια στην ευκινησία τους κάτω από το νερό!

  • ευστροφία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wendigkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wendigkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη