Μετάφραση του "wendig" σε Ελληνικά

Οι ευκίνητος, εύστροφος, σβέλτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wendig" σε Ελληνικά.

wendig Adjective adjective γραμματική

unter Dampf stehen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευκίνητος

    adjective

    Lautlos und wendig wie eh und je.

    Αθόρυβος και ευκίνητος, όπως πάντα.

  • εύστροφος

  • σβέλτος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wendig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wendig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη