Μετάφραση του "Widerstreben" σε Ελληνικά

Οι απροθυμία, επιφυλακτικότητα, ανθίσταμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Widerstreben" σε Ελληνικά.

Widerstreben Noun noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απροθυμία

    Noun

    Die erste dieser Fallen ist ein Widerstreben, Komplexität zuzugeben.

    Η πρώτη από αυτές τις παγίδες είναι η απροθυμία να παραδεχτούμε πως είναι ένα περίπλοκο θέμα.

  • επιφυλακτικότητα

    feminine

    Der Erfolg wurde jedoch durch das Widerstreben der lokalen Banken, sich an den Finanzierungsplänen zu beteiligen, beeinträchtigt.

    Ωστόσο, η επιτυχία διακυβεύτηκε από την επιφυλακτικότητα των τοπικών τραπεζών να συμμετάσχουν στα προγράμματα αυτά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Widerstreben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

widerstreben Verb γραμματική

sauer aufstoßen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανθίσταμαι

  • αρτέμων

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Widerstreben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη