Μετάφραση του "widerwillig" σε Ελληνικά

Οι άθελα, απρόθυμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "widerwillig" σε Ελληνικά.

widerwillig adjective adverb γραμματική

schweren Herzens (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άθελα

    adverb
  • απρόθυμος

    Adjective

    Eure Hoheit, verzeiht mir, ich erörtere nur widerwillig Angelegenheiten, die in direkter Verbindung zu meinem Superior stehen.

    Μεγαλειότατε, συγχώρεσέ με είμαι απρόθυμος να συζητήσω θέματα που σχετίζονται άμεσα με τον ανώτερό μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " widerwillig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Widerwillig
+ Προσθήκη

"Widerwillig" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Widerwillig στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "widerwillig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη