Μετάφραση του "Widmung" σε Ελληνικά
Οι αφιέρωση, Αφιερωματικό σημείωμα, αφιέρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Widmung" σε Ελληνικά.
Widmung
noun
Noun
feminine
γραμματική
z.B. einem Schrein
-
αφιέρωση
noun feminineAber laut der Widmung, gab es kein echtes Model.
Σύμφωνα με την αφιέρωση, δεν υπήρξε αληθινό μοντέλο.
-
Αφιερωματικό σημείωμα
Ausdruck freundlicher Verbundenheit oder des Dankes des Autors eines Werkes an eine andere Person
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Widmung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
widmung
-
αφιέρωση
noun
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη