Μετάφραση του "Windenergie" σε Ελληνικά
Οι αιολική ενέργεια, Αιολική ενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Windenergie" σε Ελληνικά.
Windenergie
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
αιολική ενέργεια
noun Noun feminineFür Windenergie ist die Fläche viel größer, aber die Standfläche ist kleiner.
Για την αιολική ενέργεια χρειάζεται μεγαλύτερη περιοχή, αλλά μικρότερο αποτύπωμα.
-
Αιολική ενέργεια
Umwandlung von Wind in Strom
Durch das schwankende Angebot wird Windenergie aber niemals den gesamten Energiebedarf decken können.
Όμως, η αιολική ενέργεια δεν θα μπορέσει ποτέ να καλύψει όλες τις ανάγκες, λόγω της κυμαινόμενης προσφοράς της.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Windenergie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη