Μετάφραση του "Windfang" σε Ελληνικά

Το διάδρομος είναι η μετάφραση του "Windfang" σε Ελληνικά.

Windfang noun masculine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάδρομος

    noun

    kleiner Raum hinter der Außentür eines Gebäudes, der mit einer weiteren Innentür von den dahinter liegenden Räumen getrennt ist

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Windfang " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Windfang" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη