Μετάφραση του "Wochenmarkt" σε Ελληνικά
Το λαϊκή αγορά είναι η μετάφραση του "Wochenmarkt" σε Ελληνικά.
Wochenmarkt
Noun
γραμματική
-
λαϊκή αγορά
regelmäßiger Markt zum Verkauf frischer Lebensmittel
Tom kauft sein Gemüse lieber auf dem Wochenmarkt als im Supermarkt.
Ο Τομ προτιμά να αγοράζει τα λαχανικά του στη λαϊκή αγορά παρά στο σούπερ μάρκετ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Wochenmarkt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη