Μετάφραση του "Wochenzeitschrift" σε Ελληνικά

Το εβδομαδιαίο περιοδικό είναι η μετάφραση του "Wochenzeitschrift" σε Ελληνικά.

Wochenzeitschrift noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εβδομαδιαίο περιοδικό

    noun

    „Sie greifen aus Vergnügen zum Hörer oder weil ihnen langweilig ist“, schreibt die polnische Wochenzeitschrift Przyjaciółka.

    «Τηλεφωνούν για διασκέδαση ή όταν νιώθουν πλήξη», σημειώνει το πολωνικό εβδομαδιαίο περιοδικό Πτσιατσούκα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wochenzeitschrift " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wochenzeitschrift" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη