Μετάφραση του "Wohlgefallen" σε Ελληνικά
Το ευχαρίστηση είναι η μετάφραση του "Wohlgefallen" σε Ελληνικά.
Wohlgefallen
Noun
noun
neuter
γραμματική
Spass (österr.)
-
χαρά, ευφροσύνη
-
ευχαρίστηση
nounEigentlich muß ich zum Abschluß ganz ehrlich sagen, es löst sich alles in Wohlgefallen auf.
Τελειώνοντας, πρέπει βασικά να πω με πάσα ειλικρίνεια ότι, προς μεγάλη ευχαρίστηση όλων, όλα επιλύονται.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Wohlgefallen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη