Μετάφραση του "Wohnort" σε Ελληνικά

Οι κατοικία, χωριό, τόπος κατοικίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wohnort" σε Ελληνικά.

Wohnort noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοικία

    noun feminine

    Grenzgänger seien aber nicht dort sozial integriert, sondern an ihrem Wohnort.

    Οι μεθοριακοί εργαζόμενοι, όμως, είναι κοινωνικώς εντεταγμένοι όχι εκεί, αλλά στον τόπο κατοικίας τους.

  • χωριό

    noun neuter

    τοποθεσία

  • τόπος κατοικίας

    Grenzgänger seien aber nicht dort sozial integriert, sondern an ihrem Wohnort.

    Οι μεθοριακοί εργαζόμενοι, όμως, είναι κοινωνικώς εντεταγμένοι όχι εκεί, αλλά στον τόπο κατοικίας τους.

  • διαμονή

    noun

    Dort wird unter dem "Wohnort" der Ort verstanden, an dem sich der ständige Mittelpunkt der Interessen einer Person befindet (24).

    Σ' αυτούς τους τομείς με τον όρο "διαμονή" εννοείται ο τόπος στον οποίο βρίσκεται το σύνηθες κέντρο των συμφερόντων ενός προσώπου (24).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wohnort " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wohnort" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη