Μετάφραση του "abgeben" σε Ελληνικά

Οι δίνω, δίνω εξετάσεις, εκπέμπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abgeben" σε Ελληνικά.

abgeben verb γραμματική

involviert (sein) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίνω

    verb

    Wenn Raja sagt, er möchte uns seinen ganzen Lohn abgeben, dann soll es so sein.

    Αφού είπε ότι θέλει να δίνει τον μισθό του, άσ'τον.

  • δίνω εξετάσεις

    Am 01.09.2020 habe ich die Prüfung B2 abgegeben

  • εκπέμπω

    Verb verb

    Nach bisherigem Wissensstand hat das Pumpensystem bei Abkopplung vermutlich unerwartet einen Stromstoß abgegeben.

    Το προκαταρκτικό μας πόρισμα υποδεικνύει ότι το σύστημα άντλησης ίσως να εξέπεμψε κύμα ενέργειας στο στάδιο της αποσύνδεσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραιτούμαι από
    • πουλώ
    • ρίχνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abgeben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Abgeben Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Abgeben" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Abgeben στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "abgeben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abgeben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη