Μετάφραση του "abgenutzt" σε Ελληνικά

Οι τετριμμένος, κοινότοπος, φθαρμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abgenutzt" σε Ελληνικά.

abgenutzt Adjective verb γραμματική

oll (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τετριμμένος

    masculine
  • κοινότοπος

    masculine
  • φθαρμένος

    Trommel oder Scheibe übermäßig abgenutzt, übermäßige Riefenbildung, gerissen, unsicher oder gebrochen.

    Τύμπανο (ταμπούρο) ή δίσκος υπερβολικά φθαρμένος, διαβρωμένος ή χαραγμένος ή ρηγματωμένος, επισφαλής ή σπασμένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abgenutzt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "abgenutzt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abgenutzt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη