Μετάφραση του "abgerissen" σε Ελληνικά

Οι εσπευσμένως, αιφνιδίως, ασυνάρτητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abgerissen" σε Ελληνικά.

abgerissen Adjective verb γραμματική

abgewrackt (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εσπευσμένως

  • αιφνιδίως

    adverb
  • ασυνάρτητος

  • σκισμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abgerissen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "abgerissen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γκρεμίζω · κατεδαφίζω · κόβομαι · κόβω · ρίχνω · σκίζω
  • γκρέμισμα · καταστροφή κτηρίου(ων) · κατεδάφιση · σύνοψη
  • γκρεμίζω · κατεδαφίζω · κόβομαι · κόβω · ρίχνω · σκίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abgerissen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη